- ἐπιπίλναμαι
- ἐπι-πίλναμαι, annahen, sich nähern
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
επιπίλναμαι — ἐπιπίλναμαι (Α) [πίλναμαι] (αποθ., μόν. στον ενεστ.) προσπελάζω, έρχομαι κοντά («οὔτε χιὼν ἐπιπίλναται», Ομ. Οδ.) … Dictionary of Greek
ἐπιπίλναται — ἐπιπίλναμαι come near pres ind mid 3rd sg (epic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)